ΤΑ ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΒΟΥΛΓΑΡΟΥΣ
ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΚΑΙ ΚΕΙΜΗΛΙΑ ΤΗΣ
ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΣΕΡΡΩΝ

 

Η «περιφανεστάτη και μεγίστη,  και καλλίστη πλέον ή μεγίστη» κατά το ρήτορα των ύστερων Βυζαντινών χρόνων Θεόδωρο Πεδιάσιμο πόλη των Σερραίων έπαθε, κατά τη μακραίωνα ιστορία της πολλές και, έως του ολοκαυτώματος καταστροφές. Η πρώτη ολοκληρωτική καταστροφή της  πόλης των Σερρών έγινε το 1206 από τους Βουλγάρους  που, με επικεφαλής  τον Ιωαννίτση, κατέσκαψαν την πόλη έως των θεμελίων της. Ξανακτίσθηκε από τους φιλότιμους κατοίκους της και έκτοτε, ως κέντρο μείζονος σημασίας για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αφού δέσποζε στους στρατιωτικούς  και εμπορικούς δρόμους που οδηγούσαν στην ενδοχώρα της βαλκανικής χερσονήσου, δέχθηκε σε διάφορα χρονικά διαστήματα τη στρατιωτική πίεση των Βουλγάρων, των Λατίνων, των Σέρβων του Στέφανου Δουσάν και των Τούρκων, στους οποίους τελικά υποδουλώθηκε το Σεπτέμβριο του 1383. Η δεύτερη συμφορά συνέβη το 1913 όταν, πάλι οι Βούλγαροι, λίγες ώρες πριν ο Ελληνικός στρατός την απελευθερώσει, έκαψαν  την πόλη απ’ άκρου εις άκρον. Την 28η  Ιουνίου του 1913 η φωτιά που έβαλαν στην πόλη οι αποχωρούντες άτακτα κατακτητές μπρος στην επέλαση του Ελληνικού Στρατού κατάστρεψε 1.000 καταστήματα και 4.050 κατοικίες σε σύνολο 6.000, ενώ από τους  είκοσι οκτώ Ιερούς ναούς της πόλης αποτεφρώθηκαν δεκαοκτώ, μεταξύ των οποίων οι σπουδαίοι για την αρχιτεκτονική τους ναοί της Αγίας Φωτεινής, της Αγίας Παρασκευής, ο περικαλλής και θαυμάσιος Μητροπολιτικός Ναός των Αγίων Θεοδώρων. Μετά από κάθε καταστροφή οι φιλότιμοι και εργατικοί κάτοικοι της πόλης των Σερρών με κόπο και στήριγμα την ελπίδα για το καλύτερο αύριο της ελεύθερης πατρίδας, ανοικοδομούσαν την πόλη τους. Όμως και πάλι, για τρίτη φορά, οι βόρειοι επιδρομείς έρχονται στα Σέρρας και  με προσχεδιασμένες ενέργειες στερούν από τους φιλογενείς Σερραίους όλα εκείνα τα επίσημα έγγραφα που μαρτυρούσαν τη διαδοχή των γενεών και την τοπική πολιτιστική τους παράδοση. Αφαίρεσαν οι κατακτητές με τη βία τον αρχαίο Κώδικα της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης, καθώς και άλλα πολύτιμα βιβλία από τη βιβλιοθήκη της Μητροπόλεώς μας και δυστυχώς όλη τη βιβλιοθήκη και τα ιερά κειμήλια της Ιεράς Μονής του Τιμίου Προδρόμου Σερρών. Παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της Ελληνικής πολιτείας, που στηριζόταν σε αναμφισβήτητες αποδείξεις για την παράνομη κατοχή των πολιτιστικών μας θησαυρών από τους Βουλγάρους, οι βόρειοι γείτονές μας αρνούνταν επίμονα, έως τον Αύγουστο του 1990, την ύπαρξη των κλεμμένων από αυτούς μοναστηριακών μας χειρογράφων και εκκλησιαστικών κειμηλίων.

 

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΩΝ ΚΛΕΜΜΕΝΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ

 Το σύνολο των χειρόγραφων κωδίκων και εντύπων της Ιεράς Μονής του Τιμίου Προδρόμου φυλασσόταν στον πύργο της μονής, που είναι κτίσμα του 1500 και μετασχηματίσθηκε μετά από μια ριζική ανακαίνιση το 1856 σε βιβλιοθήκη. Οι Βούλγαροι, στα πλαίσια ενός σχεδίου αφελληνισμού της περιοχής της Ανατολικής Μακεδονίας, εξουσιοδότησαν τον Vladimir Sis να επισκεφθεί και υπό το πρόσχημα του μελετητού των βυζαντινών μνημείων που υπάρχουν στα όρια της Ανατολικής Μακεδονίας να καταγράψει τις διάφορες αρχαιότητες και να τις μεταφέρει στη Βουλγαρία. Το σχέδιο αυτό της λεηλασίας των πολιτιστικών θησαυρών της Μακεδονίας που εκπονήθηκε από το Γενικό Επιτελείο του Βουλγαρικού Στρατού έγινε γνωστό στο Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας μας με απόρρητη έκθεση της Ελληνικής Πρεσβείας του Βερολίνου στις 9 Φεβρουαρίου του 1917. Στις 23 Ιουνίου του 1917 ένα Βουλγαρικό απόσπασμα με τριάντα οπλοφόρους και επικεφαλής τον υπολοχαγό Πετρώφ κατέλαβε τη Μονή του Τιμίου Προδρόμου Σερρών. Μετά από ανήκουστες ύβρεις και απειλές εναντίων των πατέρων της μονής, οι Βούλγαροι στις 27 Ιουνίου του 1917 εκτόπισαν τους δεκαεννέα πατέρες στη Βουλγαρία και στις 28 και 29 του ιδίου μήνα, με οδηγό τις καταγραφές των κειμηλίων και των χειρογράφων που είχε συντάξει ο Vladimir Sis, λεηλάτησαν την Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου.     Σύμφωνα με την καταγραφή του επισκόπου Καμπανίας Διόδωρου, που ήταν τοποτηρητής της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης κλάπηκαν, από τη βιβλιοθήκη της μονής 313 χειρόγραφα, ήτοι 100 χειρόγραφα σε μεμβράνη, 200 χειρόγραφα πάνω σε χαρτί, 4  χρυσόβουλλα Βυζαντινών αυτοκρατόρων, 5 πατριαρχικά σιγίλλια και 4 αρχαίοι Κώδικες. Η καταγραφή αυτή του επισκόπου Διόδωρου επιβεβαιώνεται από τον ιερομόναχο Γαβριήλ Κουντιάδη, αυτόπτη μάρτυρα των τραγικών γεγονότων, αλλά και από καταγραφές της βιβλιοθήκης της Ιεράς Μονής του Τιμίου Προδρόμου, που σε χρόνο ανύποπτο έκαναν διάφοροι μελετητές όπως οι: Κωνσταντίνος Μηνάς Μινωΐδης, Πέτρος Παπαγεωργίου, Χριστόφορος Δημητριάδης (αδελφός της μονής), C. R. Cregory, Ευάγγελος Στράτης και Κωνσταντίνος Ζησίου, με  μικρές διαφοροποιήσεις στον συνολικό αριθμό των χειρογράφων. Όμως, πέραν αυτών των μαρτύρων, ο ίδιος ο Vladimir Sis επιβεβαιώνει την προσχεδιασμένη αφαίρεση των χειρογράφων και κειμηλίων της Ιεράς Μονής του Τιμίου Προδρόμου με τον κατάλογο των κλοπιμαίων που συνέταξε στο μεσοδιάστημα 1917-1923. Στον “Κατάλογο των Ελληνικών Χειρογράφων της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών”, που σήμερα βρίσκεται στο “Αρχείο Κέντρου Σλάβο-Βυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev”, ο Vl. Sis περιγράφει 537  περγαμηνά και χαρτώα χειρόγραφα που προέρχονται από τις βιβλιοθήκες των μοναστηριών του Τιμίου Προδρόμου και της Εικοσιφοίνισσας. Εμβόλιμα σημειώνεται πως από τους σημαντικότερους κώδικες της μονής ήταν οι δύο Κώδικές της γνωστοί ως Συλλογή Α και Συλλογή Β. Η Συλλογή Α περιείχε το τυπικό της μονής και 14 αντίγραφα από χρυσόβουλλα, αυτοκρατορικά προστάγματα και πατριαρχικά σιγίλλια. Ο Κώδικας αυτός που κλάπηκε το 1917 τελικά εντοπίσθηκε στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη της Πράγας με αρίθμηση XXVC9. Η Συλλογή Β περιέχει έγγραφα χρονολογημένα από το 1279 έως το 1800. Σήμερα βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Κέντρου Σλάβο-Βυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev  με αριθμό D 80. Τα κλεμμένα χειρόγραφα των μοναστηριών της Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας - Τιμίου Προδρόμου και Εικοσιφοίνισσας - από το 1920 άρχισαν να εμφανίζονται σε διάφορες αγορές ευρωπαϊκών πόλεων. Το 1927 ο καθηγητής A.Erhart, βοηθός του K. Krumbacher, απέδειξε με υλικό από μελέτες που είχε κάνει το 1918 στην Βουλγαρία σχετικά με τα χειρόγραφα των μοναστηριών μας, πως στις κρατικές βιβλιοθήκες της χώρας αυτής υπήρχαν τα κλεμμένα χειρόγραφα των μοναστηριών της Ανατολικής Μακεδονίας. Το 1919 υπογράφηκε η συνθήκη ειρήνης του Neuilly. Τα άρθρα 125 και 126 υποχρέωναν τη Βουλγαρία να επιστρέψει στην Ελλάδα τα κλεμμένα βιβλία, τους Κώδικες και τα αρχεία των μοναστηριών, τα διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα, καθώς και τα εκκλησιαστικά κειμήλια. Σε εφαρμογή των άρθρων της συνθήκης του Neuilly το Μάιο του 1923 ελληνική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον έφορο Βυζαντινών αρχαιοτήτων και μετέπειτα καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Γ. Σωτηρίου πήγε στη Σόφια και υποχρεώθηκε να παραλάβει σε προσυσκευασμένα κιβώτια τα, κατά τους Βουλγάρους, κλεμμένα κειμήλια από τα ελληνικά μοναστήρια της Μακεδονίας. Μέσα στα προσυσκευασμένα κιβώτια υπήρχε ένας μικρός, συγκριτικά με το σύνολο των κλεμμένων χειρογράφων, αριθμός περγαμηνών και χαρτώων κωδίκων που προερχόταν από τη βιβλιοθήκη του Τιμίου Προδρόμου Σερρών. Η Βουλγαρία, θεωρώντας πως είχε εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη Συνθήκη του Νεϊγύ, έκτοτε και έως το 1990 αρνιόταν πεισματικά την ύπαρξη Ελληνικών χειρογράφων στις Πανεπιστημιακές και κρατικές βιβλιοθήκες της. Το 1990 το Κέντρο Σλάβο-Βυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev οργάνωσε ένα διεθνές συνέδριο με θέμα τις αρχές και τις μεθόδους καταλογογράφησης των ελληνικών χειρογράφων. Στο συνέδριο αυτό αποκαλύφθηκε αυτό που επί χρόνια και σε πείσμα της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας αρνιόταν η Βουλγαρία πως δηλαδή τα κλεμμένα χειρόγραφα των μοναστηριών της Ανατολικής Μακεδονίας βρισκόταν σχεδόν όλα στο ίδρυμα του Κέντρου Σλάβο-Βυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev. Το Φεβρουάριο του 1991 το Δημοτικό Συμβούλιο των Σερρών ζήτησε με ψήφισμά του την επιστροφή των κλεμμένων χειρογράφων ως πράξη “καλής γειτονίας” από την πλευρά της Βουλγαρίας. Το Μάιο του 1992 με πρωτοβουλία της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης οργανώνεται Επιστημονικό Συμπόσιο με θέμα «Χριστιανική Μακεδονία – Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών», όπου μεταξύ των άλλων εισηγήσεων οι Σύνεδροι συζήτησαν και το θέμα των κλεμμένων χειρογράφων . Από το σύνολο των χειρογράφων που επεστράφησαν στην Ελλάδα, σήμερα,  και στο τμήμα χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης βρίσκονται 236 χειρόγραφα εκ των οποίων τα 37 είναι περγαμηνά Α μεγέθους, τα 14 περγαμηνά Β μεγέθους, τα 29 περγαμηνά Γ μεγέθους, ενώ τα υπόλοιπα 156 είναι χαρτώα Α και Β μεγέθους. Στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών βρίσκονται 4 περγαμηνά χειρόγραφα Γ μεγέθους και ένα χαρτώο χειρόγραφο Α μεγέθους. Τα  έντυπα βιβλία της Ιεράς Μονής του Τιμίου Προδρόμου μετά την επιστροφή τους μοιράσθηκαν σε διάφορες βιβλιοθήκες ήτοι: 47 στη Βιβλιοθήκη την Εθνική, 40 στη βιβλιοθήκη του Βυζαντινού Μουσείου ενώ από το σύνολο των βιβλίων που κατετέθησαν στη βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων. Από το σύνολο των 62 επιστραφέντων κειμηλίων, λειτουργικά σκεύη, θυμιατήρια, κανδήλαι, άμφια, σταυροί κ.λ.π μικρής καλλιτεχνικής αξίας, καθόσον τα σπουδαία χειροτεχνήματα κατακρατήθηκαν από τους Βουλγάρους και επιδεικνύονται σήμερα ως έργα δικά τους, όπως έγινε π.χ. με την έκθεση που οργανώθηκε το 1996 στο Βερολίνο και στη Φρανκφούρτη με τίτλο «Χρυσό Μοναστήρι - 1100 χρόνια Χριστιανισμού στη Βουλγαρία», 51 κειμήλια δόθηκαν στο Βυζαντινό Μουσείο και 11 στο Μουσείο Χειροτεχνημάτων. Σήμερα στη βιβλιοθήκη του Κέντρου Σλάβο-Βυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev από τους κλεμμένους κώδικες του Πατριαρχικού μοναστηριού του Τιμίου Προδρόμου Σερρών βρίσκονται (και είναι επιτακτική η ανάγκη να επιστρέψουν στην Ελλάδα) 20 περγαμηνά χειρόγραφα Α, Β, και Γ μεγέθους καθώς και 21 χαρτώα χειρόγραφα Α μεγέθους, μεταξύ των οποίων με αρίθμηση D 80, το Χαρτουλάριο Β΄ δηλαδή ο περίφημος Β΄ αρχαίος Κώδικας του μοναστηριού. Ακόμη στη βιβλιοθήκη του Κέντρου Σλάβο-Βυζαντινών Σπουδών Ivan Dujcev υπάρχουν 25 χαρτώα χειρόγραφα Β΄ μεγέθους μεταξύ των οποίων και ο κώδικας που περιέχει το Τυπικό της Μονής του Αγίου Ιωάννου με αρίθμηση D 184.

 

ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΩΝ ΚΛΕΜΜΕΝΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΤΟΥ 1942

Με την είσοδο των Βουλγάρων στην πόλη των Σερρών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η στρατιωτική και πολιτική διοίκηση των κατακτητών εγκατέστησε στην Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου δύο Βουλγάρους μοναχούς, το μοναχό Βασίλειο Αθανασίου Κούτλιο και τον Ιερομόναχο Στέφανο Ντοστοΐνσκη προερχόμενους από το Βουλγαρικό κελί “ Άξιον Εστίν” της Ιεράς Μονής του Παντοκράτορος του Αγίου Όρους. Οι δύο προαναφερόμενοι μοναχοί διοίκησαν το μοναστήρι από τον Ιανουάριο του 1942 έως τα μέσα του μηνός Οκτωβρίου του 1944. Στις 5 Αυγούστου του 1942 επισκέφθηκε το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου ο Δημήτρη Ρίζωφ ως εκπρόσωπος του Συνοδικού Εκκλησιαστικού Μουσείου της Βουλγαρίας και μαζί με τον εγκάθετο ηγούμενο Στέφανο Ντοστοΐνσκη αφαίρεσαν από το καθολικό της μονής και στη συνέχεια έστειλαν στη Βουλγαρία για να εκτεθούν στο Εκκλησιαστικό Μουσείο 22 Βυζαντινές φορητές εικόνες, δύο πτέρυγες από τρίπτυχα, δύο Αντιμήνσια, τρεις στάμπες με πρόσωπα και πέντε χειρόγραφα χαρτώα με δερμάτινη θήκη. Για αυτά τα κλεμμένα κειμήλια έχει συνταχθεί, με επιμονή του τότε αδελφού της μονής και μετέπειτα Επισκόπου της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης Κωνσταντίνου Καρδαμένη ένα «πρωτόκολλο παραλαβής». Μετά την απελευθέρωση της πόλης των Σερρών, η διοίκηση του μοναστηριού του Τιμίου Προδρόμου έστειλε ακριβές αντίγραφο του «πρωτοκόλλου παραλαβής» τόσο στη Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων Βορείου Ελλάδος, όσο και στην Ελληνική Αντιπροσωπεία της Διασυμμαχικής Επιτροπής στη Σόφια ζητώντας την επιστροφή των κλοπιμαίων, δυστυχώς χωρίς αποτέλεσμα. Σήμερα, μετά από τα διεθνή συνέδρια και τις ημερίδες που οργανώθηκαν με θέμα ακριβώς τα κλεμμένα χειρόγραφα των μοναστηριών της Ανατολικής Μακεδονίας και την πλήρη καταγραφή τους, η Βουλγαρία δεν μπορεί να προφασιστεί, όπως κάποτε, άγνοια του γεγονότος της κλοπής και βέβαια δεν μπορεί να υποστηρίξει πως τα χειρόγραφα που καταγράφουν σημαντικότατες λεπτομέρειες από την καθημερινή ζωή των προγόνων του χριστεπώνυμου πληρώματος της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης είναι σλαβικά. Είναι καιρός η  Ορθόδοξη Βουλγαρική Εκκλησία να παράσχει ως πράξη υπερβάσεως των πολιτικών και επιστημονικών αγκυλώσεων, αλλά κυρίως ως έκφραση της κατά Χριστόν αγάπης, την αναγκαία προς κάθε κατεύθυνση βοήθεια και συνδρομή, προκειμένου να επιστρέψουν στην αρχική τους θέση τα κλεμμένα Ελληνικά χειρόγραφα του παλαιφάτου Πατριαρχικού μοναστηριού του Τιμίου Προδρόμου Σερρών δίνοντας, πρώτη αυτή, το καλό παράδειγμα με την άμεση επιστροφή των παράνομα ευρισκομένων στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της Βουλγαρίας Βυζαντινών εικόνων και εκκλησιαστικών μας θησαυρών,  προκειμένου οι πατρώοι θησαυροί μας να ξαναγίνουν κτήμα, του χριστεπώνυμου πληρώματος της θεοσώστου Μητροπόλεώς μας.

 

ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
25η Μαΐου

Η μνήμη των ανθρώπων πάντα είν' ευλαβής όχι μόνον απέναντι των ιερών προσώπων, αλλά και απέναντι των γεγονότων που συνδέονται με τα ιερά πρόσωπα. Ο θάνατος των Αγίων, οι ευεργεσίες των κι όταν εζούσαν κι όταν απέθαναν, τα θαύματα με τα οποία εδόξασαν τον Θεό, και τους εδόξασεν ο Θεός, "είτε δια ζωής, είτε δια θανάτου", όλα είναι υπόθεση ιερή, για να τα θυμάται η Εκκλησία· έτσι και τον Θεό δοξάζει και τους Αγίους τιμά και τους πιστούς διδάσκει. Η τρίτη εύρεση της κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου, την ανάμνηση της οποίας επιτελεί σήμερα η Εκκλησία, είναι ένα τέτοιο γεγονός άξιο μνείας, που επιτυχημένα εκφράζει τη σημασία του στο τροπάριο της σημερινής γιορτής. "Ως θείον θησαύρισμα εγκεκρυμμένον τη γη, Χριστός απεκάλυψε την κεφαλήν σου ημίν, Προφήτα και Πρόδρομε...". Θησαύρισμα και πλούτος των πιστών είναι τα ιερά λείψανα των Αγίων.

ΡΑΔΙΟ ΚΙΒΩΤΟΣ 99,2 FM

ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2017

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΓ. ΝΙΚΗΤΑΣ

ΤΟΠΙΚΟΙ ΑΓΙΟΙ

ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ