Οι Νεομάρτυρες

ΟΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ

Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Σερρῶν καί Νιγρίτης κ. Θεολόγου

Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ κ. Δανιήλ, Πρόεδρε τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Λειτουργικῆς Ἀναγεννήσεως,

Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα Φθιώτιδος κ. Νικόλαε, σεπτέ Ποιμενάρχα τῆς θεοφρουρήτου ταύτης Ἱερᾶς Μητροπόλεως τῆς φιλοξενούσης τό παρόν ΙΣΤ’ Πανελλήνιον Λειτουργικόν Συμπόσιον,

Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,

Πανοσιολογιώτατοι, Αἰδεσιμολογιώτατοι καί Ἐλλογιμώτατοι κύριοι καθηγηταί, εἰσηγηταί τοῦ παρόντος Λειτουργικοῦ Συμποσίου,

Ἀγαπητοί πατέρες καί ἀδελφοί, Ἐκπρόσωποι τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,

Ἀρχόμενοι σύν Θεῷ τῆς εἰσηγήσεώς μας, ἡ ὁποία φιλοφρόνως καί ὅλως τιμητικῶς μᾶς ἀνετέθη ὑπό τῆς ἁρμοδίας Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς, ὀφείλουμε τοῦτο μέν νά εὐχαριστήσωμεν εὐγνωμόνως τόν Σεβασμιώτατον καί λίαν περισπούδαστον Πρόεδρόν της, Μητροπολίτην Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ κ. Δανιήλ καί τά μέλη αὐτῆς γιά τήν ὑψηλή τιμήν πού ἐπεδαψίλευσαν στό ταπεινό μας πρόσωπον, τοῦτο δέ νά συγχαρῶμεν ἐκ μέσης καρδίας τόν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Φθιώτιδος κ. Νικόλαον διά τήν ἀρχοντικήν καί κατά πάντα ἀρτίαν φιλοξενίαν τοῦ παρόντος λειτουργικοῦ Συμποσίου, εὐχόμενοι τήν κατά πάντα καί εἰς πάντα εὐόδωσιν αὐτοῦ. Διά τῶν ἁγίων εὐχῶν σας, χωροῦμεν στήν ἀνάπτυξιν τῆς ἀνατεθείσης σέ ἐμᾶς εἰσηγήσεως, ἐχούσης ὡς θέμα τούς πανενδόξους καί καλλινίκους Νεομάρτυρας.

Ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας, τό ἀσύλητον τοῦτο θησαυροφυλάκιον τοῦ ἀδαπάνητου πλούτου τῶν θείων δωρεῶν, λειτουργεῖ μέσα στόν κόσμο ὡς τό θεότευκτον ἐργαστήριον τῆς ἁγιότητος, ὡς <<κοινωνία θεώσεως>>. Ὁ κατά Χριστόν ἄρτιος ἄνθρωπος, μέ ἐλεύθερη ἐπιλογή του καί μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ἀποχωρίζεται τῆς ματαιότητος τοῦ κόσμου τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου καί βιώνει ἐμπειρικά τήν ἐν Χριστῷ καινή ζωή. Οἱ ἅγιοι τῆς πίστεώς μας, οἱ γλυκύτατοι αὐτοί καρποί τοῦ εὐσκιόφυλλου δένδρου τῆς Ἐκκλησίας μας, ζοῦν γιά τόν Χριστό καί διά τοῦ Χριστοῦ. Κύριο χαρακτηριστικό αὐτῆς τῆς νέας ζωῆς εἶναι ἡ φλογερή ἀγάπη γιά τόν Σωτῆρα Χριστό. Αὐτή ἡ ἀγάπη πρός τόν οὐράνιο Νυμφίο ὁδηγεῖ τόν πληγωμένο ἀπό τά βέλη τῆς θείας ἀγάπης ἄνθρωπο σέ ἕνα καθημερινό σκληρό ἀγώνα καθάρσεως τῶν παθῶν πού ὁδηγεῖ στόν φωτισμό καί τήν θεοκοινωνία. Ὁ συνεπής καί συνεχής προσωπικός ἀγώνας γιά τήρηση τῶν σωτηρίων θείων ἐντολῶν, συνιστᾶ ἕν εἶδος καθημερινοῦ μαρτυρίου, τό ὁποῖον οἱ θεηγόροι Πατέρες ὀνόμασαν μαρτύριον τῆς συνειδήσεως. Ὁ ἴδιος ἐξάλλου ὁ Κύριός μας ὑπεγράμμισε ἐμφαντικῶς ὅτι πιστοποίηση τῆς εἰς Αὐτόν γνησίας ἀγάπης συνιστᾶ ὁ ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν, λέγων: «Ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με»[i]. Αὐτή ἡ μαρτυρία πίστεως καί ἀγάπης, ὅταν οἱ ἐξωτερικές συνθῆκες εἶναι πρόσφορες, φθάνει καί στήν προσφορά τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς, στό μαρτύριο τοῦ αἵματος. Οἱ ἅγιοι μάρτυρες ἔζησαν μέσα ἀπό τόν προσωπικό τους πνευματικό ἀγώνα τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ αὐθεντικῶς, ἔγιναν κοινωνοί τῶν παθημάτων τοῦ Κυρίου, καταθέτοντες τήν δική τους μαρτυρία περί τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὡς τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ.

Σχολεῖο καί φυτώριο μαρτύρων καί ἁγίων εἶναι ἡ ἁγία νύμφη τοῦ Χριστοῦ, Ἐκκλησία. Αὐτή εἶναι ἡ πνευματική της διαπίστευση στόν οὐρανό καί τήν γῆ. Ἐργάζεται μέσα στόν κόσμο γιά νά πλουτίζει τό οὐράνιο πνευματικό στερέωμα μέ νοητά ἄστρα φωτεινά, τούς ἁγίους, πού ἀντανακλοῦν στήν κτίση τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἅγιοι καί μάρτυρες θά ὑπάρχουν ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων, καθώς αὐτό εἶναι τό μεγαλειῶδες ἔργο τῆς πνοῆς τοῦ Παρακλήτου μέσα στήν Ἐκκλησία. Στήν διάρκεια τῆς δισχιλιετοῦς πορείας τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας μέσα στόν κόσμο συναντᾶ κανείς στό μαρτύριο, καί μάλιστα στήν διπλή του διάσταση, ὡς μαρτυρία καί θυσία, τήν οὐσιαστικότερη καί αὐθεντικότερη ἔκφραση τῆς ὀντολογικῆς αὐτοσυνειδησίας της[ii].

Πρώτη ἀναφορά στούς μάρτυρες καί τό μαρτύριο συναντᾶται στήν Παλαιά Διαθήκη. Οἱ λέξεις «μαρτύριον», «μάρτυς», «μαρτυρία»» καί «μαρτυρῶ» χρησιμοποιοῦνται στήν Παλαιά Διαθήκη μέ τήν ἔννοια τῆς ἀποδείξεως καί τῆς ἐπιβεβαιώσεως τῆς ἀληθείας, μέ τήν νομική ἔννοια τοῦ ἀποδεικτικοῦ στοιχείου[iii]. Συχνά ἐπίσης ἀπαντᾶται ἡ λέξη «μαρτύριον» στήν ἔκφραση «σκηνή τοῦ μαρτυρίου»[iv], ἐνῶ σπανιότερα ἀπαντῶνται οἱ ἀναφορές «κιβωτός τοῦ μαρτυρίου»[v] καί «πλάκες τοῦ μαρτυρίου»[vi], πού ὑποδηλώνουν τίς ἐντολές πού ἐδόθησαν ἀπό τόν Θεό στόν Προφήτη Μωϋσῆ.

Ὁ ρηματικός τύπος «μαρτυρεῖν», τό ρῆμα μαρτύρομαι καί τά οὐσιαστικά «μάρτυς», «μαρτυρία» καί «μαρτύριον» ἀπαντῶνται μέ συχνότητα καί στήν Καινή Διαθήκη καί κυρίως στήν Ἰωάννεια γραμματεία. Οἱ ἐκφράσεις αὐτές ἀναφέρονται στό ἐπίγειο λυτρωτικό ἔργο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ πρός σωτηρίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἡ λέξη «μαρτύριον» χρησιμοποιεῖται ἐπίσης στήν Καινή Διαθήκη μέ τήν ἔννοια τῆς δημόσιας μαρτυρίας τῆς ἀληθείας ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν[vii]. Ἀργότερα ἡ Ἐκκλησία χαρακτήρισε τό μαρτύριον ἀφενός μέν ὡς τήν ἐμπειρική κατάθεση τῆς εἰς Χριστόν πίστεως, τῆς <<ἐν ἡμῖν δηλαδή ἐλπίδος>>, ἀφετέρου δέ τήν θυσιαστική συνταύτιση τοῦ μάρτυρος μέ τά Πάθη τοῦ Χριστοῦ[viii]. Τό μαρτύριο συνιστᾶ μία δομικοῦ χαρακτῆρος χαρισματική, κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, πραγματικότητα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πού ἐξυψώνει καί ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο ὡς κοινωνό καί μιμητή τῶν παθημάτων τοῦ Πρώτου καί Μεγάλου Μάρτυρος τῆς πίστεώς μας, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἡμῖν ἐχαρίσθη οὐ μόνον τό εἰς Χριστόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν»[ix] σημειώνει ὁ μέγας Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν καί ἡμέτερος διδάσκαλος, θεῖος Παῦλος. Στήν διαπίστωση αὐτή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου συστοιχίζεται διαχρονικῶς ἡ ἁγιοτρόφος, καλλίτεκνος καί πολύτεκνος μητέρα, Ἐκκλησία.